.

Αφιερώνεται στους λίγους που έχουν το προνόμιο και το κουράγιο να μένουν στις ρίζες τους και να φυλάγουν τις πατρογονικές τους Θερμοπύλες για να έχουν το δικαίωμα οι πολλοί να λένε πως έχουν χωριό, πως έχουν καταγωγή και κληρονομιά   (Λάζαρος Παπαϊωάννου)

Η ιστορία του χωριού

Μέσα από το βάθος του χρόνου αμυδρές φτάνουν οι πληροφορίες για την ίδρυση του χωριού. Καμία γραπτή η άλλη μνημειακή μαρτυρία δεν υπάρχει γι’ αυτή, εκτός από το παλιό νεκροταφείο στη θέση «Πεθαμένος». Οι τάφοι του νεκροταφείου είναι σαφώς βυζαντινής εποχής, γεγονός που μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι στη θέση του σημερινού χωριού υπήρχε οικισμός από τα χρόνια εκείνα. Ποια όμως ήταν η ιστορία του χωριού και μέχρι πότε αυτό έζησε, δεν γνωρίζουμε. Πρέπει πάντως να επέζησε τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, γιατί από τα τουρκικά κτηματολόγια της εποχής εκείνης, έχουμε την πληροφορία ότι τα χωριά Μόρφη και Παλιοχώρι υπάγονταν στην Μπόρσια (Κορυφή). Από τότε και για αρκετό χρονικό διάστημα χάνονται τα ίχνη του μέσα στην ιστορία. Το χωριό σίγουρα καταστράφηκε από επιδρομείς και οι κάτοικοι του εξοντώθηκαν ή αναγκάστηκαν να φύγουν σε ξένους τόπους. Στη θέση του από τις αρχές του 18ου αιώνα εμφανίζεται νέο χωριό με το ίδιο όνομα Μπόρσια. Το νέο χωριό αναγράφεται στον Κώδικα της Μονής Ζάβορδας με τη σημείωση ότι μετά το 1692 είχε δύο οικογένειες. Συνεπώς η ίδρυση του τοποθετείται στο τέλος του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα. Οι νέοι οικιστές ήρθαν από τους γύρω μικροοικισμούς Μόρφη, Βελίτσκο (Παλιοχώρι), Μακρινά, Κληματιά, Πύργος, Πασκάλη και Τσαπουρνιά, που συγχωνεύθηκαν με τον καιρό και δημιούργησαν το νέο χωριό στη σημερινή θέση και με τη σημερινή περίπου μορφή του.

 

 

Η Μπόρσια πρώτα ήταν κεφαλοχώρι. Επί Αλή Πασά έγινε τσιφλίκι του μπέη Ιμπραήμ Τσάτσου. Μετά το θάνατο του Αλή Πασά οι κάτοικοι φρόντισαν να εξαγοράσουν το χωριό τους από τον τσιφλούχο μπέη ο οποίος ζήτησε αποζημίωση 40.000 γρόσια. Μετά την εξαγορά του χωριού οι κάτοικοι πέτυχαν, με ανθρώπους κυρίως καλφάδες (πρωτομάστορες) που είχαν στην Κωνσταντινούπολη, ν’ απαλλαγούν από κάθε είδος φορολογίας και άλλης τουρκικής εκμετάλλευσης.

 

 

Τον Ιούλιο του 1777 πέρασε από το χωριό ο Κοσμάς ο Αιτωλός ο οποίος θεμελίωσε το ναό του Αγίου Δημητρίου, τον πρώτο ναό του χωριού.

 

Μετά τον ξεσηκωμό του 1821 και την απελευθέρωση της νότιας Ελλάδας, στην περιοχή έδρασε ο οπλαρχηγός Καπετάν Γεωργάκης Σαλταπίτας. Με λημέρι και ορμητήριο την Κορυφή είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων και των Αρβανιτών. Από το 1878 και μετά έδρασε ο οπλαρχηγός Λεωνίδας Χατζημπύρος από τη Σαμαρίνα, ο αετός της Πίνδου όπως τον αποκαλούσαν.

 

 

Στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι Κορυφιώτες, σαν Έλληνες πολίτες πια, κατατάχθηκαν στον εθνικό στρατό και κάτω από την ελληνική Σημαία πολέμησαν στο Μακεδονικό Μέτωπο. Λίγο αργότερα πήραν μέρος στην Μικρασιατική Εκστρατεία.

 

 

Το 1940 στον αγώνα ενάντια στον Ιταλικό φασισμό, η Κορυφή αντιπροσωπεύθηκε με καθολική συμμετοχή των κατοίκων. Οι ικανοί για τα όπλα πολέμησαν στην Πίνδο και στη Βόρεια Ήπειρο. Από το άλλο μέρος οι γυναίκες αψηφώντας τα χιόνια και τις οβίδες, μετέφεραν στη ράχη τους απ’ τον Αι-Γιώργη της Βουχωρίνας στην πρώτη γραμμή του μετώπου πυρομαχικά και τρόφιμα για τις ανάγκες των στρατιωτών που πολεμούσαν. Η ιστορία αναγνώρισε αυτή την προσφορά και έδωσε ξεχωριστή θέση στις γυναίκες εκείνες, στις ηρωίδες της Πίνδου.

 

 

Από την Κορυφή πέρασαν το Νοέμβριο του 1940 τα ελληνικά συντάγματα για την περιοχή του Επταχωρίου όπου ο Δαβάκης πολεμούσε τους επιδρομείς. Αργότερα στη χώρα εισέβαλαν οι σιδηρόφρακτες μεραρχίες του αγκυλωτού σταυρού και μαζί τους εισέβαλαν και οι ντροπιασμένοι της Πίνδου, Ιταλοί. Η εχθρική κατοχή έριξε τη χώρα στο σκοτάδι. Η κατοχή έφερε τη σκλαβιά και η σκλαβιά, εκτός από τα άλλα, έφερε τις στερήσεις και την πείνα. Οι Κορυφιώτες για να συντηρήσουν τις οικογένειες τους, πήγαιναν, πεζοπορώντας τρεις μέρες δρόμο, στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας και στους Φιλιάτες, για να αγοράσουν και να εμπορευθούν λάδι. Έδιναν χρυσαφικά και ιερά κειμήλια για ένα δοχείο λάδι, που το έφερναν στα καμποχώρια της Εορδαίας, για να το αλλάξουν με λίγες οκάδες σιτάρι. Είπαν το ψωμί ψωμάκι. Όταν υπήρχε, το έτρωγαν με το δελτίο. Κι όταν δεν υπήρχε, τη θέση του έπαιρναν τα όσπρια, οι βολβοί και τα αγριόχορτα.

 

 

Τον Ιούλιο του 1944 οι Γερμανοί επέδραμαν στο χωριό συνοδευόμενοι από φανατισμένους Βούλγαρους και Νοφίτες πλιατσικολόγους. Οι κάτοικοι γι’άλλη μια φορά κατέφυγαν στα δάση και στις σπηλιές της περιοχής. Και ναι μεν το χωριό γλίτωσε από καθολικό πυρπολισμό, χάρη στο θάρρος και στις ενέργειες του ιερέα Δημητρίου Μέλλιου, αλλά οι κάτοικοι έχασαν όλη την κινητή περιουσία τους, ζώα και υπάρχοντα και θρήνησαν το χαμό δύο συγχωριανών τους, του Κωνσταντίνου Ζαραμπούκα και του Αλέξανδρου Μαρανή, που εκτελέστηκαν στο διπλανό χωριό Κυδωνιές.

 

 

 

Κατά τον εμφύλιο πόλεμο η Κορυφή ήταν κέντρο προσφύγων της γύρω περιοχής. Πρόσφυγες από τη Χρυσαυγή, τη Μόρφη, τη Βουχωρίνα, τις Κυδωνιές, το Λείψι, τις Εκκλησιές, τον Άγιο Κοσμά, το Κυπαρίσσι, την Καλλονή και το Τρίκορφο ζήτησαν ασφάλεια στην Κορυφή και για δύο χρόνια φιλοξενήθηκαν από τους Κορυφιώτες.