.

Αφιερώνεται στους λίγους που έχουν το προνόμιο και το κουράγιο να μένουν στις ρίζες τους και να φυλάγουν τις πατρογονικές τους Θερμοπύλες για να έχουν το δικαίωμα οι πολλοί να λένε πως έχουν χωριό, πως έχουν καταγωγή και κληρονομιά   (Λάζαρος Παπαϊωάννου)

Η μνήμη πάντα νοσταλγεί...
 
Tα χωριά μας ερήμωσαν , τα βουνά αγρίεψαν, οι πέτρες χορτάριασαν, τα χωράφια δάσωσαν, το χώμα αδυνάτισε και όλα πήραν την κάτω βόλτα. 
Η Κορυφή ζει το δικό της δράμα  μαζί με όλο το Βόιο που αργοπεθαίνει από εγκατάλειψη και ερήμωση και κανείς
αρμόδιος δεν φαίνεται να συγκινείται και ασχολείται με την περιοχή παρα μόνο προεκλογικά για υφαρπαγή των ψήφων.
 
Καμιά σαρανταριά άτομα, ο μπαρμα - Μπόυσιος, ο Παντελής ο Σούλης ο Διαμαντής , η Αρετή, η Nούλου, η Ελένη, η Πανάγιο, η Ζαχαρένια  κλπ, όλοι ηλικιωμένοι παρέμειναν στο χωριό για να φυλάγουν «Θερμοπύλες» οπως λέει και ο Τηλέμαχος.
Σε λίγα χρόνια όπως πάμε, δεν θα υπάρχει ψυχή και θα διασχίζει κανείς το χωριό χωρίς να συναντήσει άνθρωπο. Τα αίτια που οδήγησαν τα  χωριά μας, τα οποία παλιότερα έσφυζαν από ζωή, στην πληθυσμιακή αφαίμαξη είναι πολλά. Θεωρώ ότι είναι περιττό να αναφερθώ σε αυτά. Το σημείωμα αυτό το γράφω γιατί  παραπροχθες στο βίντεο από τη γιορτή του Σούλη που ανέβηκε στο ίντερνετ άκουσα μια συγχωριανή να λέει :"  Δεν πέθανε κανείς ". 
Στα αυτιά μου έφθασε μια κραυγή αγωνίας , όχι τόσο για τον
θάνατο με την ιδέα του οποίου όσο περνούν τα χρονιά εξοικειωνόμαστε όλοι αλλά για την περεταίρω ερήμωση. Όλοι όσοι έχουν απομείνει στο χωριό γνωρίζουν καλά ότι κάποιος φεύγει δεν αναπληρώνεται από κανέναν. Μια πόρτα, ένα σπίτι που κλείνει ρημάζει και χάνεται. Η γειτονιά σβήνει και η καλημέρα γίνεται δυσεύρετη.
Πονάω γι’ αυτήν την απώλεια! Τ’ αγαπάω τα βουνά και τα θυμάμαι από παιδί ολοζώντανα, γεμάτα , από κυπριά, φωνές, τραγούδια. Πώς να ξεχάσω γκλίτσα που μου δώρισε  ο "Κουκουρέκας"(δεν ζει πια), επειδή είχα την τόλμη να τον φωνάξω με το παρατσούκλι του. Ούτε 7 χρονών δεν θα ήμουν τότε! Δεν ξεχνιέται όμως!
 
Αυτή την ερήμωση την ζεις ακόμα και όταν βρίσκεσαι στο χωρίο το καλοκαίρι, την μόνη περίοδο του χρόνου που υπάρχει ζωή κι ακούγονται παιδικές φωνές.
 
Περπατώντας ανάμεσα σε κλειστά η μισογκρεμισμένα σπίτια νοιώθει κανείς να στοιχειώνεται από φαντάσματα που μιλούν  με το δικός του τρόπο για τα περασμένα μεγαλεία.
 Ακούει τις φωνές των ανθρώπων που έζησαν εκεί, το κλάμα των μωρών που γεννήθηκαν, το νανούρισμα της μάνας, το 
τραγούδι του ερωτευμένου. Θυμάται ανθρώπους που πάλεψαν σε όλη τους τη ζωή με τις δυστροπίες της φύσης και κατάφεραν να εξημερώσουν μέρη άγρια και δυσπρόσιτα. Με μόχθο, ευρηματικότητα και υπομονή κατάφεραν πολλά, βασισμένοι σε λίγα.
 
Περπατώντας  σήμερα στα χορταριασμένα μονοπάτια του χωριού, οι μυρωδιές από τα «γιαννάκια», δεκάδες αρωματικά φυτά, την μέντα το τσάι το δυόσμο, σε πιάνουν απ' τη μύτη.
Άλλοτε οι μυρωδιές ήταν διαφορετικές καθώς οι πλαγιές ήταν  πλημμυρισμένες από κοπάδια κι άκουγες κυπριά και κουδούνια. Στον κάμπο έβοσκαν αγελάδια κι όλος ο δρόμος για το Τσοτύλι ένας τεράστιος αμπελώνας. Άκουγες τα γκαρίσματα των γομαριών και το χλιμιντρισμά των αλόγων και κάθε βράδυ έβλεπες τις αγελάδες να γυρνάνε 
από την βοσκή και να περιφέρονται σε όλο το χωριό επιστρέφοντας στον ιδιοκτήτη της η κάθε μία.
 
Τότε ο κοσμος πάλευε και ζούσε από την γή. Για την γή πολλές φορές έφθαναν και στα άκρα. Για κάποιες περιοχές στα σύνορα των χωριών υπήρχαν και διαμάχες για την ιδιοκτησία.
 
Μιά τέτοια διαμάχη μοιράξεται μαζί μας ο Δημητρης Τολιόπουλος.
 
"Δεκαετια του 60 νομιζω. Πρόεδρος στο χωριό είναι
ο Κώστας ο Ζαραμπούκας ο "Ζέρβας" και αντιπρόεδρος ο Φώτης ο Παπαγεωργίου ο "Σκιλάρος". 
Στα σύνορα του χωριού μας με τη Μόρφη "Μοιρασάνη" υπάρχει μια περιοχή, βοσκότοπος, η Μπάρα. Τεράστια η διαμάχη μεταξύ των δυο χωριών για το που ανήκει η Μπάρα. Δικαστηρια κ.τ.λ.
Η μητέρα μου που ήταν απο την Καρδίτσα είχε έναν ξάδερφο 
το Μόσιαλο, ο οποίος ήταν ειρηνοδίκης στην περιοχή, νομίζω στη Νεάπολη.
Οι αρχές του χωριού μας πλησίασαν τη μάνα μου και την
παρακάλεσαν να καλέσει το Μόσιαλο στο σπίτι για να τον γνωρίσουν και να κουβεντιάσουν και το ζήτημα της Μπάρας. Πάντα υπήρχαν τα ρουσφέτια.  Πράγματι η συνάντηση έγινε στο σπίτι μας και σε κάποια φάση ο Μόσιαλος έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα.
Παλλάς και κέρασε τον Κώστα και το Φώτη.  Τα Παλλάς ηταν σχετικά καινούργια τσιγάρα με φίλτρο άσπρο και στο χωριό ήταν συνηθισμένοι με τα άφιλτρα στούκας.  Και οι δυο λοιπόν βάλανε το τσιγάρο ανάποδα και προσπαθούσανε με εκείνα τα κλασσικά τσακμάκια να τ'ανάψουνε. Φυσικά υπήρξε αμηχανία, γέλιο, αλλά το ζήτημα της Μπάρας το κουβεντιάσανε"
 
Τώρα αυτές οι περιοχές εχουν εγκαταληφθεί, έχουν δασώσει. Αυτοί που έζησαν αυτές τις εποχές ίσως πονάνε περισσότερο βλέποντας τη σημερινή κατάσταση.
Φέρνοντας στο μυαλό μου αυτή την εποχή, με τόσες άλλες βουνίσιες μνήμες, έχω την αίσθηση (ψευδαίσθηση το ξέρω), ότι γράφοντας λίγες γραμμές για αυτά που χάθηκαν, τα βουνά θα ζωντανέψουν, θα ανασταλεί ο αφανισμός…
  
                                                     Βασίλης Παπαδημούλης

Η Βαρβάρα Νιάκα θυμάται....

Ήμουν εφτά χρονών όταν ήρθαν στο χωριό μας οι Γερμανοί. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού έφυγαν και πήγαν και κρύφτηκαν στην «κρυφή μπιστιριά». (Η κρυφή μπιρστιριά είναι στα κλούρια κοντά στους Αργαλειούς). Στο δικό μας το μαχαλά δεν φύγαν όλοι. Η μάνα μου (Λαμπρινή Γκούρα), εγώ, ο αδερφός μου ο Χρήστος που ήταν μωρό, η Μήτσαινα, η Γιώταινα, η Γιαννουβιά, η Βαϊνού, η Βαγγέλαινα η Ζαραμπκάδικη μείναμε στα σπίτια μας. Εκεί μας βρήκαν οι Γερμανοί που ήρθαν στο μαχαλά μας και έκαψαν το σπίτι της Κλεισιάρως και το Μιχάδικο. Από τη φωτιά στο Μιχάδικο το σπίτι, πήρε φωτιά και η δική μας η αχυρώνα. Η μάνα μου έτρεξε να σβήσει τη φωτιά και ένας Γερμανός την απείλησε πως αν δεν φύγει θα τη ρίξει μέσα. Τότε ήρθε ένας άλλος Γερμανός που σε σπαστά ελληνικά είπε στη μάνα μου: «Μη φοβάσαι. Έχω και εγώ γυναίκα και παιδί, θα ζήσω άραγε να τους δω;» Και λέγοντας αυτά τα λόγια έβγαλε από το λαιμό του έναν μπακιρένιο σταυρό που φορούσε και τον κρέμασε στο λαιμό του αδερφού μου. Το σταυρό αυτό τον έχουμε ακόμη και σήμερα. Η μάνα μου μας άρπαξε να φύγουμε. Εγώ το μόνο που πήρα μαζί μου ήταν η κούκλα μου και το καφεκούτι με τα ρούχα της κούκλας. (Τις κούκλες εκείνη την εποχή τις φτιάχναμε μόνες μας. Γεμίζαμε πανιά με πίτουρα κια φτιάχναμε το κεφάλι, το σώμα, τα χέρια και τα πόδια. Ύστερα τους κάναμε με ένα μολύβι μάτια και στόμα και τις ντύναμε με παλιά κουρέλια. – Το καφεκούτι ήταν ένα τσίγκινο κουτί που βάζαμε τον καφέ [όταν φυσικά είχαμε]. Το δικό μου ήταν χαλασμένο και μου το είχε δώσει η μάνα μου να βάζω τα ρούχα της κούκλας μου.). Τότε ήμουν εφτά χρονών και μέχρι σήμερα με θυμάμαι να τρέχω ξυπόλητη με την κούκλα μου αγκαλιά, πατώντας τα σγκρουβόλια. Περάσαμε από τον αγρόγατο, κατεβήκαμε στην Τσιάναινα και μετά από τα κλούρια φτάσαμε στην κρυφή την μπιστιριά. Εκεί βρήκαμε την Πηνελόπη την Τόλιου, την Ασπασία την Κλεισιάρη, την Κώτσαινα την Ζησάδικη και άλλες πολλές Κορυφιώτισσες. Εκεί ο αδερφός μου είχε ένα ατύχημα. Η μάνα μου τον έβαλε να κοιμηθεί στο σαμάρι από τον γάϊδαρο της Κώτσαινας της Ζησάδικης. Το γύρισαν ανάποδα και έτσι έγινε σαν κούνια. Μαζί με τον αδερφό μου η μάνα μου έβαλε μέσα στο σαμάρι και ένα καρβέλι ψωμί. Το γουρούνι της Πηνελόπης μύρισε το ψωμί, πήγε να το φάει, έσπρωξε το σαμάρι και ο αδερφός μου μαζί με το ψωμί κατρακύλησαν στα βράχια. Χτύπησε πολύ αλλά ευτυχώς έζησε. Στην κρυφή την μπιστιριά μείναμε 5 μέρες. Μετά ήρθε μήνυμα ότι οι Γερμανοί έφυγαν και έτσι γυρίσαμε στα σπίτια μας. Γυρνώντας βρήκαμε καμμένη την αχυρώνα μας. Οι Γερμανοί εκτός από τη φωτιά, μας πήραν όλη την περιουσία μας που για τα χρόνια εκείνα ήταν 70 πρόβατα και 15 αρνιά.

Η μικρή… «Βουλή» της Κορυφής

Ο χρόνος που έφυγε πήρε μαζί του πολλά αγαπημένα μας πράγματα, μεταξύ αυτών και το καφενείο. Το τελευταίο που είχε απομείνει στη Κορυφή. Οι λιγοστοί κάτοικοι δεν ήταν αρκετοί για να το "διατηρήσουν", καθώς εδώ και καιρό τα έξοδα λειτουργίας του είχαν ανέβει κατακόρυφα και ήταν δυσβάσταχτα. Θύμισες, ανάμεσα σε άνδρες να παίζουν μπουρλότο η κολτσίνα, χτυπώντας τα χαρτιά δυνατά στο ξύλινο τραπέζι. Αναμνήσεις από την εποχή που τα καφενεία ήταν τρία στο χωριό και αποτελούσαν χώρο συνάντησης για τους χωριανούς, πάντα για τους άντρες μετά την κοπιαστική δουλειά του χωραφιού ή της στάνης. Ήταν η μικρή Βουλή. Εκεί ανέβαιναν και κατέβαιναν κυβερνήσεις, συζητήσεις επί συζητήσεων, τσακωμοί, αγκαλιάσματα και κεράσματα ο ένας στον άλλον. Καφενείο, το σήμα κατατεθέν παλιά στο χωριό ήταν αυτό, το οποίο το είχε ο Ηλίας Χάτσιος και όταν η στέρηση τον οδήγησε στην ξενιτιά, το δούλεψε αρχικά ο Βασίλης Παπαποστόλου και στη συνέχεια ο Βαγγέλης ο Μπούσιος. Εκεί μαζεύονταν όλοι οι χωριανοί και πέρναγαν τις ώρες τους. Εκεί γινόταν τα πανηγύρια και κάθε είδος γλέντια. Με την είσοδο σου, στο παλιό καφενείο όλες σου οι αισθήσεις είχαν ένα ενδιαφέρον! Ο χώρος είχε την δική του μυρωδιά από καφέ, ούζο και τις γκαζόζες. Με τα πρώτα βήματα άκουγες το χαρακτηριστικό τρίξιμο του ξύλινου πατώματος, ενώ πάνω από το κεφάλι σου κρεμόταν δύο μεγάλες λάμπες λουξ, που κάθε λίγο ήθελαν τρομπάρισμα, και οι γεμάτες έντομα μυγοπαγίδες που βρισκόταν σε δυο τρία σημεία. Στο βάθος ο πάγκος του χαμογελαστού πάντα Ηλία δίπλα το παλιό τηλέφωνο με την χειρολαβή και το τεφτέρι με τα βερεσέδια. Ο υπόλοιπος χώρος γεμάτος τραπεζάκια ξύλινα με έναν μικρό διάδρομο να τα χωρίζει. Ακόμη και σήμερα η γεύση, από τα λουκούμια, την βανίλια στο κουτάλι και μέσα στο νερό (υποβρύχιο) καί των σπιτικών γλυκών κουταλιού που σερβιριζόταν, θα μου μένουν αξέχαστα! Στο καφενείο ο καθένας από το χωριό, θα μάθαινε τα νέα, τι μέλλει γενέσθαι. Θα διάβαζε την εφημερίδα, τις σπάνιες φορές που έφθανε στην απομονωμένη Κορυφή, να δει τι γίνεται στον κόσμο. Άνθρωπος που δεν σύχναζε τότε στα καφενεία, δεν θεωρείτω φυσιολογικός! Στο καφενείο θυμάμαι να γίνονται πολύ ωραία καλαμπούρια, που μας έκαναν να ξεραινόμαστε στα γέλια και εμάς τα παιδιά! Θυμάμαι μια ιστορία με φαντάσματα. Ένας συχωριανός που το έπαιζε ατρόμητος και άφοβος περηφανευόταν ότι κάθε βράδυ χωρίς καν φανάρι στα χέρια, πήγαινε στο σπίτι του περνώντας μπροστά από το νεκροταφείο του Αι Γιώργη. Συνεννοήθηκαν κάποιοι συγχωριανοί και τον έστησαν καρτέρι. Μόλις πλησίασε στο νεκροταφείο αυτοί άρχισαν περίεργα ουρλιαχτά. Όταν περνούσε από έξω εμφανίσθηκε κάποιος από το νεκροταφείο που είχε ρίξει ένα άσπρο σεντόνι από πάνω του και από μέσα είχε έναν φακό στο πρόσωπο και άρχισε να τον φωνάζει με το όνομα του. Τόση ήταν η τρομάρα του που έκανε μέρες να φανεί στο καφενείο. Ο αυθόρμητος τρόπος που τα έλεγαν μεταξύ τους οι καλαμπουρτζήδες, έδειχνε τον υψηλό βαθμό χιούμορ, ετοιμότητας και πολλές φορές οι απαντήσεις ξεπερνούσαν κάθε φαντασία! Ο Τσίλης που ήταν ένας ταλαιπωρημένος άνθρωπος που είχε ζήσει και την φρίκη των στρατοπέδων εξόντωσης στο Νταχάου, όπως μου διηγήθηκε ο Χαρίλαος ο Ζήκος είχε πρόβλημα με τη ηλικία του. Δεν ήταν σίγουρος πόσο χρονών ήταν και καθημερινά αναρωτιόταν στο καφενείο «Λες να είμαι μεγαλύτερος και να μην θυμάμαι τα χρόνια μου;» μονολογούσε... Τον περίλαβαν τότε τα σαΐνια: «Αν θέλεις να μάθεις ακριβώς την ηλικία σού σύρε στον Θύμιο το Ζήκο που διαβάζει τα χρόνια από τα δόντια, όταν βλέπει τα γομάρια, και δεν πέφτει ούτε μήνα έξω» του είπαν. Ευκολόπιστος και αυτός πήγε και ζήτησε διάγνωση ανοίγοντας το στόμα.   Πόσα λες πώς είσαι; ρώτησε ο Θύμιος.   Eχω 64 χρόνια.   Εντάξει τόσα είσαι πήγαινε τώρα. Έτσι βεβαιώθηκε ο Τσίλης και δεν είχε πλέον ηλικιακές αμφιβολίες . Το καφενείο, τότε, ήταν σαν σχολείο, πολλά μάθαιναν οι νεότεροι από τους παλιούς και δίνανε λύσεις στα προβλήματα ο ένας τα’άλλου. Εκεί ανακοινώνονταν οι γάμοι, και διαδίδονταν σ’όλο το χωριό καθώς καλεσμένοι ήταν όλοι. Εκεί γινόταν και τα γλέντια με το πάτωμα του καφενείου να κοντεύει να πέσει όταν χόρευαν υπό τον ήχο του κλαρίνου του Μηνά και του βιολιού του Λάζου από την Μεραλί. Στο καφενείο φαινόταν εύκολα η προσωπικότητα ενός ανθρώπου, από τον τρόπο συμπεριφοράς του, από τα λόγια του και τις πράξεις του. Ποιος δεν θυμάται τον δάσκαλο να κοκκινίζει από τα νεύρα του να βροντάει στο τραπέζι τα χαρτιά και να φεύγει θυμωμένος. Ποιος δεν θυμάται τον Μιχάλη τον Τσόγκα να λέει καλαμπούρια και να κάνει πλάκες, ποιος δεν θυμάται τον Λάζο που έπαιζε χαρτιά με την γκλίτσα στο χέρι. Ποιος δεν θυμάται τον παπά Απόστολο να κάθεται ήσυχο και να δίνει συμβουλές ή τον Νικόλα τον Ραγκαζά που είχε πάντα λυτό το ζωνάρι έτοιμος για καυγά, η τους νικητές να βάζουν τις σοκολάτες στην τσέπη και να φεύγουν για τα σπίτια τους. Ποίος δεν θυμάται τον Σούλη να περηφανεύεται, και με το δίκιο του, για τις πατάτες του ή για τίς επιδόσεις του αυτοκινήτου του. Τότε αυτοκίνητο στην Κορυφή έφθανε μια φορά στις δεκαπέντε ημέρες. Όλοι στο καφενείο είχαν κάνει έναν κύκλο γύρω από τον Σούλη και τον άκουγαν με ανοικτό το στόμα. Μεταξύ των ακροατών και ο παπά Απόστολος. – Αυτή η ανηφόρα παπάμ δεν είναι τίποτα. Τραβάω μια πρώτη και καρφί επάνω. Αμ έχω γερό αυτοκίνητο!!! – «Λέλε μάναμ... Πρόσεχε μην τρέχεις θα σκοτωθείς παιδίμ», ήταν η αντίδραση του σεβάσμιου γέροντα Στα καφενεία, σοφοί άνθρωποι της εποχής, έκαναν συζητήσεις, συμβούλια, σε δύσκολους καιρούς, και έβρισκαν λύσεις στα προβλήματα τους τότε. Από τότε μονάχα οι παλιές φωτογραφίες έμειναν να μας θυμίζουν την εποχή εκείνη την ξέγνοιαστη απλή και ρομαντική... Σημείωση όπως λέει ο Δημήτρης (Dimitres Korifi) τα άλλα καφενεία τα είχαν o Απόστολοs Παπαδόπουλοs (Τολιόκης) και ο Βασίλης Τασιόπουλος (Αμπλάς). Μάλιστα ο Παπαποστόλου όταν έφυγε από το κάτω καφενείο άνοιξε άλλο στο σπίτι της Ρίνας.                                                                                                                                                                                                                        Βασίλης Παπαδημούλης

Στιγμές καφενείου επί Ηλία Χάτσιου 1956-1966 (από το αρχείο της Γεωργίας Χάτσιου)

Στιγμές καφενείου επί Ηλία Χάτσιου 1956-1966 (από το αρχείο της Γεωργίας Χάτσιου)

Στιγμές καφενείου επί Ηλία Χάτσιου 1956-1966 (από το αρχείο της Γεωργίας Χάτσιου)

Στιγμές καφενείου επί Ηλία Χάτσιου 1956-1966 (από το αρχείο της Γεωργίας Χάτσιου)

Στιγμές καφενείου επί Ηλία Χάτσιου 1956-1966 (από το αρχείο της Γεωργίας Χάτσιου)

Τα καρπούζια τ’Λία τ’Μαρανή

Εκεί που είναι το σημερινό καφενείο, ήταν το παντοπωλείο του Ηλία του Μαρανή κι απέναντι είχε καφενείο ο Τολιόκης (Αποστόλης Παπαδόπουλος). Μια καλοκαιρινή μέρα, ο Ηλίας είχε φέρει εμπορεύματα και μαζί με τα’άλλα εμπορεύματα κι αρκετά καρπουζιά, με ένα τρακτέρ που το είχε κάποιος Δόκιμος (έτσι τον λέγανε). Η καρότσα αυτού του τρακτέρ γινότανε και ανατρεπόμενη. Ζέστα φωτιά και ο Ηλίας κουβαλούσε την πραμάτεια από το τρακτέρ μονάχος, χωρίς καμιά βοήθεια. Κάποια στιγμή ο Δόκιμος είπε στον Ηλία να βιαστεί γιατί είχε και άλλο αγώι να πάει. Δόκιμος: Άντε Ηλία κανε γρήγορα. Ηλίας: Βάλε ένα χεράκι και συ Δόκιμε να τελειώσουμε γρήγορα. Δόκιμος: Αυτή δεν είναι θκια’μ δουλειά. Εν τω μεταξύ η ώρα περνούσε και το φορτίο αργούσε να μπει στο μαγαζί οπότε ο Δόκιμος έκανε δεύτερη παρατήρηση στον Ηλία. Δόκιμος: Άντε Ηλία δεν θα το ξημερώσουμε εδώ. Ο Ηλίας νευρικός όπως ήταν τα πήρε στο κρανίο, σταματά και λέει: Καν τα ανατροπή!!! Σαστίζει ο Δόκιμος και λέει στον Ηλία: Το τρακτέρ είναι γεμάτο καρπούζια. Καν τα ανατροπή είπα. Λέει ξανά ο Ηλίας. Εκείνη τη στιγμή ακούγοντας όλη τη φασαρία βγαίνει ο Τολιόκης από το καφενείο και φωνάζει στον Ηλία: Καλά ρε Λία χαζάθκες; Nα κάνει ανατροπή τα καρπουζιά; Γυρνάει ο Ηλίας κοιτάζει αγριεμένος τον Αποστόλη και του λέει: Εσύ Πουστόλ να μην επεμβένς στις θκιες’μ τα’αγορές. Κι έτσι τα καρπούζια πήραν την κατηφόρα και φτάσαν μέχρι τον Άι-Δημήτρη...                                                                                                                                       Δημήτριος Τολίδης

Το παντοπωλείο τ'Λία τ'Μαρανή

Το παλιό καφενείο του Τολιόκη

Το νέο καφενείο του Τολιόκη. (Αποστόλης Παπαδόπουλος)

Το νέο καφενείο του Τολιόκη.

Μπορσιώτικη… Αποκριά

Τσικνοπέμπτη σήμερα και σε όλα τα σπίτια ψήνουν κρέας ή λειώνουν το λίπος από τα χοιρινά και ο μυρωδάτος καπνός (τσίκνα) είναι διάχυτος παντού. Από αυτή την τσίκνα, λοιπόν, έχει πάρει και το όνομά της η ημέρα. Παλιά στο χωρίο μας τέτοια μέρα σπάνια συναντούσες τέτοιες μυρωδιές. Άντε για να τιμηθεί η ημέρα σε μερικά σπίτια να έψηναν καμία λουκανίτσα ή το πολύ - πολύ να έκαναν καμία τηγανιά καθώς είχαν ακόμη αποθέματα από το γουρούνι που έσφαζαν τέλη Οκτωβρίου. Στα περισσότερα σπίτια μύριζες μόνο την λίγδα που χρησιμοποιούσαν στην μαγειρική οι γυναίκες καθώς το λάδι ήταν λιγοστό. Όλοι περίμεναν την Κυριακή της Αποκριάς τον «ψίλο» (φωτιές) και γιόρταζαν με την ψυχή τους σε όλες τις γειτονιές. Δεν τούς χαλούσαν την διάθεση ούτε τα χιόνια ούτε το κρύο αφού μέχρι το Πάσχα ο «ψίλος» ήταν ο μοναδικός και αποκλειστικός τρόπος διασκέδασης τους. Οι «Ψίλοι» στο ύπαιθρο, μέσα στο τσουχτερό το χειμωνιάτικο κρύο, συγκέντρωναν όλη σχεδόν τη γειτονιά που χόρευε και γλεντούσε, σύμφωνα με το εύθυμο αποκριάτικο πνεύμα και ξεφάντωνε τραγουδώντας εκτός των άλλων και σατυρικούς στίχους. Τον πρωτεύοντα ρόλο στις φωτιές τον είχαν τα παιδιά του μαχαλά. Μπορεί να πει κανείς ότι ήταν δημιούργημά τους. Αυτά συγκέντρωναν τα απαιτούμενα άφθονα ξύλα από τα διάφορα σπίτια της γειτονιάς με τη συγκατάθεσή νοικοκυραίων ή και χωρίς αυτή πολλές φορές, κρυφά, όταν έβλεπαν ότι δεν έφθαναν τα αποθέματα πού είχαν. Ενώ σε πολλές περιπτώσεις σαμποτάραν τους «Ψίλους» των άλλων γειτονιών «αρπάζοντας» τα ξύλα τους. Τα παιδία φρόντιζαν τα πάντα. Πρώτα έπρεπε να βρουν το «λουμάκι», το κεντρικό ξύλο για να στηθεί ο ψίλος. Πήγαιναν στα κοντινά δάση, κυρίως στο Κουρί και διάλεγαν το πιο ψηλό και ίσιο δέντρο, το έκοβαν και το κουβαλούσαν στο χωριό. Φρόντιζαν να εκχιονιστεί ο χώρος, αν είχε χιόνι και στην συνέχεια έστηναν τον Ψίλο. Στην μέση το λουμάκι, γύρω-γύρω τοποθετούνταν δεμάτια από κλαδί και δενόταν με λυγαριές. Τα ξύλα έπρεπε να είναι ξερά για να παίρνουν γρήγορα και εύκολα φωτιά. Όσο πιο ψηλός ήταν ο ψίλος τόσο ποιο επιτυχημένος ήταν. Τα παιδιά που είχαν την μέριμνα, αφού τελείωνε το στήσιμο ξεκίναγαν το φύλαγμα του. Στον συναγωνισμό των γειτονιών κέρδιζε αυτός που κρατούσε τον ψίλο πιο πολύ ώρα. «Τον ψίλο τον φυλάγαμε με βάρδιες γιατί παιδιά από άλλες γειτονιές προσπαθούσαν να τον κάψουν. Ο κάθε μαχαλάς προσπαθούσε να είναι ο τελευταίος που θα έκαιγε τον ψίλο του. Εγώ θυμάμαι το Γιώργο Μιχούλη (Γκίγκη) που είχε στουπιά βρεγμένα με πετρέλαια, τα άναβε και τα πετούσε από απόσταση με στόχο τον ψίλο άλλων γειτονιών» λέει ο Δημήτρης Τολιόπουλος. Ενώ ο Γιούλης Παπαγεωργίου θυμάται: «Κάθε φορά όταν ήμουν μικρός έκλαιγα γιατί ερχόταν ο Διαμάντης και έβαζε φωτιά στον ψίλο της γειτονίας μου, που καιγόταν πάντα πρώτος». Στην Κορυφή τέτοιες φωτιές ανάβαν σε κάθε γειτονία και γινόταν συναγωνισμός μεταξύ των μαχαλάδων για το ποιος έχει την μεγαλύτερη. Με την επιβεβαίωση από την Γεωργία Χάτσιου τέτοιες «φωτιές» ανάβαν σε έξι-επτά γειτονίες. Ξεκινώντας από χαμηλά η πρώτη φωτιά άναβε στους Τσελεπάδες. Εκεί κοντά στο σπίτι του Βαγγέλη υπήρχε ένα άνοιγμα, ένας κήπος που στηνόταν ο «ψίλος». Άλλος στηνόταν από τους Ζαραμπκάδες σε έναν χώρο που βρίσκεται κάτω από τον Αι Γιώργη. Λίγο πιο πάνω έξω από το σπίτι της Κίτσας άναβαν ψίλο οι Τολιάδες. Τον δικό τους «ψίλο» έστηναν και οι Ντονάδες επάνω στο αλώνι πάνω από το σπίτι της θείας μου της Μάτας και μια φωτιά στηνόταν στο μαχαλά των Παπαμιχαλάδων σε ένα χώρο μεταξύ των σπιτιών του Βαγγέλη Παπαδημούλη και του Παπαποστόλου. «Ψιλο κάναμε και στο σπίτι του Ντι Παπαδόπουλου, τσάκνα υπήρχαν πολλά γιατί τα πρόβατα ήταν μέσα λόγω χειμώνα. Το δύσκολο ήταν το λουμάκι πως να το φέρουμε και οι λυγαριές δίπλα στον ψίλο ανάβαμε φωτιά για να μπορέσουμε να σταθούμε από το κρύο», λέει ο Τηλέμαχος Ζήκος. Η ασυναγώνιστη όμως πάντοτε και κυρίαρχη, ήταν η φωτιά του πάνω μαχαλά έξω από το σπίτι του Διαμάντη. Αυτή όχι μόνο ήταν η μεγαλύτερη αλλά συγκέντρωνε και ολόκληρο το χωριό αφού έσβηναν οι φωτιές των γειτονιών. Στον «ψίλο» αυτό, ζωή έδινε η Κωστάντω που τραγουδούσε δεκάδες αθυρόστομα απόκριάτικα τραγούδια. Μάλιστα δεν δίσταζε να πηγαίνει τραγουδώντας στα καφενεία και να ξεσηκώνει του άνδρες να αφήσουν τα χαρτιά και να τρέξουν για να διασκεδάσουν την «φωτιά» της γειτονιάς της και αργότερα την θέση της πήρε η Φόνη. Τα ανάματα αρχίζαν από τις 10 με πρώτους τους Τζελεπάδες και Ζαραμπκάδες Τολιάδες κ.λ.π και γύρω στις 12 οι Διαμαντάδες. Όλοι σαν μια παρέα τραγουδούσαν και χόρευαν γύρω από την φωτιά. Ήταν από τις μέρες που έσπαγαν τα αυστηρά ήθη της κλειστής Μπορσιώτικης κοινωνίας μπροστά στον κυκλικό χορό του Ψίλου και τα κορίτσια ήταν πιο λάσκα. Όλοι χαλάρωναν, ξεχνούσαν τα βάσανα τους τη φτώχεια τους και ριχνόταν με την καρδιά τους στην αθώα και αυθόρμητη διασκέδαση. «Ήταν πολύ ενδιαφέροντα τα τραγούδια. Συνήθως οι αρχές (παπάς, πρόεδρος) ήταν αυτοί που ξεκινούσαν το χορό. Αυτοί που ήταν στην ουρά του χορού λέγανε "ποιος τον σέρνει το χορό, το γομάρι το τρανό". Και οι μπροστινοί λέγανε "κι οποίος είναι από πίσω να σταθεί να τον «φιλήσω» ". Λέει ο Τολιόπουλος. Στην αρχή, όπως λέει ο Τηλέμαχος τα τραγούδια τα ξεκινούσε ο Θωμάς ο Αμπλάς μετά έμπαινε ο Τολιόκης με το μπουκάλι κάτω από το παλτό. Ξεφάντωναν ενόψει της νηστείας της Μ. Σαρακοστής που ακολουθούσε και η οποία ήταν ολοκληρωτική και για να είναι πλήρης έπρεπε να «ξαρτυθούν» με ιδιαίτερη φροντίδα όλα τα μαγειρικά σκεύη από τυχόν υπολείμματα κρέατος, τυριού κλπ. Προφανώς από το πνεύμα αυτό, σε συνδυασμό με μια γενικότερη ψυχική κάθαρση, προέρχονταν και η συνήθεια όπως τις βραδινές ώρες τής τελευταίας αποκριάτικης Κυριακής, μετά το πέρας του χορού να γίνονται επισκέψεις μεταξύ στενών συγγενών. Έτσι οι μικρότεροι στην ηλικία επισκέπτονταν τούς μεγαλύτερους, τους παππούδες, τους νούνους, φιλούσαν το χέρι ζητώντας συγχώρεση και λέγοντας «Καλή Σαρακοστή» .                                                                                     Βασίλης Παπαδημούλης


Θαύμα στον Άγιο Δημήτριο

Το θαύμα που θα σας διηγηθώ σχετίζεται με την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου Κορυφής. Όταν χτίστηκε ο σημερινός ναός, εδώ και 100 περίπου χρόνια, οι Κορυφιώτες εκκλησιάζονταν σ’αυτόν και γίνονταν Θεία Λειτουργία, χωρίς όμως να έχει γίνει πριν η απαραίτητη τελετή εγκαινίων, όπως απαιτείται, με την παρουσία του Επισκόπου ο οποίος και τοποθετεί Άγια Λείψανα στην κρύπτη της Αγίας Τραπέζης. Μία γυναίκα απλοϊκή και αθώα, η Δέσπω, ήταν η νεωκόρος των εκκλησιών του χωριού. Κάποιο απόγευμα που άναβε τα καντήλια του Αι-Δημήτρη, εμφανίστηκε μπροστά της ένας νέος και της είπε, να ενημερώσει τον παπά και τον πρόεδρο, ότι στην εκκλησία πρέπει να γίνει οπωσδήποτε η τελετή των εγκαινίων. Εκείνη χωρίς καν να ταραχθεί, έπραξε όπως της είπε ο άγνωστος νέος. Όμως ούτε ο πρόεδρος της Κορυφής, αλλά ούτε και ο ιερέας έδωσαν σημασία στα λόγια της Δέσπως, λέγοντας μεταξύ τους: «τ’ Δέπου τ’μσόχαζ ακούτι;» Όμως ο Άγιος Δημήτριος, διότι αυτός ήταν ο άγνωστος νέος, εμφανίζεται και δεύτερη φορά στη Δέσπω και τη ρωτάει: «Ειδοποίησες όπως σου είπα;». «Ναι» απαντάει αυτή, «αλλά κανείς δε μ’ακούει». Αμέσως ο Άγιος, ακουμπάει στο πρόσωπο τη Δέσπω κι εκείνη χάνει τη μιλιά της. Με φόβο τώρα η Δέσπω βγαίνει από την εκκλησία και με νοήματα δίνει στους συγχωριανούς της να καταλάβουν ότι τα εγκαίνια του ναού πρέπει να γίνουν αμέσως. Βλέποντας όλοι οι Κορυφιώτες το πάθημα της Δέσπως, το σχετίζουν αμέσως με την είδηση που τους είχε πει και επιτέλους καλούν το Δεσπότη και η Εκκλησία εγκαινιάζεται. Την ημέρα των εγκαινίων η αγαθή Δέσπω ξαναβρήκε τη φωνή της.                                                                                    Στέργιος Μιχόπουλος