.

Αφιερώνεται στους λίγους που έχουν το προνόμιο και το κουράγιο να μένουν στις ρίζες τους και να φυλάγουν τις πατρογονικές τους Θερμοπύλες για να έχουν το δικαίωμα οι πολλοί να λένε πως έχουν χωριό, πως έχουν καταγωγή και κληρονομιά   (Λάζαρος Παπαϊωάννου)

Η Κορυφή στη σημερινή της θέση και μορφή, δημιουργήθηκε από την συγχώνευση των μικροοικισμών που υπήρχαν γύρω από την σημερινή της θέση. Ο κάθε οικισμός κατοικούνταν από λίγες οικογένειες οι οποίες αναγκάστηκαν μετά από την καταστροφή του οικισμού τους από τους Τούρκους, να μετοικίσουν και να συγχωνευτούν με τις οικογένειες των άλλων οικισμών.

 

Οι οικισμοί αυτοί είναι οι εξής:

Μόρφη (Μπάρα)

 

Βρισκόταν πάνω στο βράχο “Σπήλιος”, δεξιά κι αριστερά απ’ το δρόμο προς τον Πεντάλοφο.

Η απογραφή που διενήργησαν οι Τούρκοι το 1574 στην ηπειρωτική Ευρώπη βρήκε το χωριό να έχει 67 κατοίκους και να υπάγεται στον Καζά της Χρούπιστας και στο Βιλαέτι της Κορυτσάς. Ήταν συνοικισμός της Μπόρσιας με όριο βορειοδυτικό το ποτάμι. Το γεγονός ότι εδώ βρέθηκαν νομίσματα της εποχής των Μακεδόνων βασιλέων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο οικισμός υπήρχε από την αρχαιότητα. Είχε μάλιστα τη μορφή φρουρίου, που ήταν κτισμένο κατά μήκος του βράχου. Άλλωστε η θέση εκεί είναι απ’τη φύση οχυρή και προσφέρεται άριστα για την απόκρουση επιδρομέων από το νότο.

Πάνω στα ερείπια του χτίστηκε απ’τους πρώτους χρόνους της Τουρκοκρατίας νέο χωριό με το όνομα Μόρφη.

Αλλά και το νέο χωριό δεν έζησε πολύ. Καταστράφηκε στις αρχές του 18ου αιώνα και οι κάτοικοί του διασκορπίστηκαν.

Όπως λέει η παράδοση, εκείνα τα χρόνια περνούσε από το χωριό ο δρόμος Χρούπιστας – Ιωαννίνων. Τον ίδιο δρόμο ακολουθούσε και η τουρκική πόστα (ταχυδρομείο). Κάποτε οι συνοδοί της πόστας σταμάτησαν να διανυκτερεύσουν κοντά στο χωριό, στη θέση “Καραγιάννη Καρυές”. Οι Τούρκοι αφού ταχτοποίησαν τα ζώα και ασφάλισαν την πόστα, επέδραμαν στο χωριό με σκοπό να αρπάξουν ζώα, τρόφιμα και γυναίκες για να καλοπεράσουν το βράδυ. Έντρομοι οι κάτοικοι κατέφυγαν στα γύρω δάση, αλλά μια γυναίκα δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί και κρύφτηκε στη σπηλιά ενός βράχου. Εκεί την ανακάλυψε ένας από τους επιδρομείς και προσπάθησε να την απαγάγει. Η γυναίκα αντιστάθηκε και πάνω στην πάλη έπεσαν και οι δύο στο γκρεμό και σκοτώθηκαν. Το πρωί οι Τούρκοι βρήκαν το νεκρό σύντροφό τους και στη μανία έκαψαν το χωριό. Οι κάτοικοι έφυγαν κι εγκαταστάθηκαν στα χωριά Ζουπάνι και Ντόλος. Μια όμως από τις μεγαλύτερες φάρες του χωριού, η οικογένεια του Δριμζάκα, δεν θέλησε να φύγει μακριά κι ανέβηκε ψηλότερα στο βουνό, στη θέση της παλιάς Μπόρσιας κι έκανε τον πυρήνα των πρώτων οικιστών της. Απ’αυτή προήλθαν οι Δριμζακάδες, οι Ντωνάδες, οι Λαμπράδες, οι Γιαννουλάδες, οι Βεργάδες, οι Λιολάδες, οι Τολιάδες, οι Βαρσαμάδες, οι Δαλαμαγκάδες, οι Μιχάδες και οι Μαρκατάδες.

Βελίτσκο (Παλιοχώρι)

 

Βρισκόταν στη θέση που και σήμερα λέγεται “Παλιοχώρι”.

Από ανασκαφές που έγιναν στο νεκροταφείο του ήρθαν στο φως νομίσματα και αγγεία Βυζαντινής εποχής. Στον κώδικα που το 1797 συνέταξε ο Αρχιερέας Σισανίου Νεόφυτος, με Αύξ. Αριθ. 73 αναγράφεται: “Χωρίον Μπόρσια. Έχει και Παλαιοχώρι”. Μέχρι πότε ακριβώς έζησε το χωριό δεν ξέρουμε. Από πωλητήριο του 1820 συνάγεται ότι ο Τούρκος τιμαριούχος της περιοχής Αμπού Μπεκήρ πούλησε στον εφημέριο της Μπόρσιας Παπαχατζή δύο αγρούς. Λίγο αργότερα το χωριό εγκαταλείφθηκε και καταστράφηκε. Οι κάτοικοι του κατέφυγαν στην Μπόρσια, όπου τους βρίσκουμε το 1828 να συμμετέχουν στην εξαγορά της περιοχής από τον τσιφλικούχο μπέη Ιμπραήμ Τσάτσο.

 

Σχετικά με την καταστροφή του χωριού, η παράδοση λέει ότι νοτιοανατολικά του χωριού υπήρχε Τουρκικός μικροοικισμός. Ανήμερα του Πάσχα οι Χριστιανοί συγκεντρώθηκαν στο κέντρο του χωριού για το πανηγύρι. Κατά το έθιμο η τελευταία νύφη έπρεπε να φέρει από τη μοναδική βρύση της περιοχής, που ήταν κοινή για τους Έλληνες και τους Τούρκους, ένα καρδάρι με νερό. Στη βρύση η νύφη, Γιαννούλα ήταν τ’όνομά της, δέχθηκε επίθεση από έναν Τούρκο με σκοπό να τη βιάσει. Αντιστάθηκε και κατάφερε να ξεφύγει. Επέστρεψε στο μεσοχώρι και διηγήθηκε το περιστατικό στους χωριανούς που την περίμεναν για ν’αρχίσει το γλέντι. Οι χωριανοί αγανακτισμένοι όρμησαν στο τουρκοχώρι, σκότωσαν όλους τους Τούρκους κι έκαψαν τα σπίτια. Μόνο ένα βρέφος άφησαν ζωντανό. Φοβούμενοι αντίποινα, εγκατέλειψαν το χωριό τους κι άλλοι απ’αυτούς κατέφυγαν στη Μπόρσια κι άλλοι στη Μοιραλή (Χρυσαυγή). Όταν την επόμενη μέρα έφτασαν οι Τούρκοι, κατέστρεψαν το Βελίτσκο και περιμάζεψαν το βρέφος. Το βρέφος μεταφέρθηκε στην Πόλη κι όταν μεγάλωσε, έχτισε για τη διάσωσή του το Μοιραλή – Τσαμεσί. Τελικά οι κάτοικοι της Μπόρσιας και της Μοιραλής έδωσαν πολλές λίρες στους Τούρκους και το επεισόδιο έληξε.

 

Για το πάθημα της νύφης Γιαννούλας η λαϊκή μούσα τραγούδησε:

 

Γιαννούλα τι μας άργησες από τη βρύση να’ρθεις;

Μην το νερό ήταν θολό κι η βρύση χαλασμένη;

Δεν ήταν το νερό θολό κι η βρύση χαλασμένη,

μον’ ήταν Τούρκος στο νερό, Τούρκος αγριεμένος.

 

Άρχισαν όμως οι διενέξεις μεταξύ Μπορσιωτών και Μοιραλιωτών για την κυριότητα της κτηματικής περιοχής του Παλαιοχωρίου. Ύστερα από πολλές διαπραγματεύσεις μπήκε ως όριο ο δρόμος προς Άγιο Κοσμά. Στο τμήμα που περιήλθε στη Μοιραλή υπήρχε ο ναός της Αγίας Κυριακής, που δεν άντεξε για πολύ στη φθορά του χρόνου και καταστράφηκε. Στο τμήμα που περιήλθε στην Μπόρσια υπήρχε ο ναός του Αγίου Αθανασίου, που σώζεται ανακαινισμένος μέχρι σήμερα.

 

Από το Παλιοχώρι κατέφυγαν στη Μπόρσια οι οικογένειες του Παπακώστα, του Τζιούγκρα, του Ραγκαζά, του Ντίνα, του Παπαδημούλη, του Τζελέπη, του Παπαγεωργίου, του Ζιώγα και του Δάλλα.

Ο Παπαχατζής που αναφέρεται στο πωλητήριο του Αμπού Μπεκήρ, δεν ήταν κάτοικος του Παλαιοχωρίου. Ήταν κάτοικος και εφημέριος της Μπόρσιας και είχε κτήματα αγορασμένα στο Παλιοχώρι. Αυτός κι ο αδερφός του Κώττας γύρω στα 1815 κατέφυγαν στη Μπόρσια από τη Σαμαρίνα, καταδιωγμένοι από τους Τούρκους για το φόνο Τουρκαλβανού αξιωματούχου. Από τον Παπαχατζή προήλθαν οι Παπαμιχαλάδες κι από τον Κώττα οι Σαμαρνιωτάδες.

 

Από την οικογένεια του Παπακώστα προήλθαν οι οικογένειες Καμπούρη και Χατζή.

Πύργος

 

Βρισκόταν κοντά στη θέση “Αμπέλια”, αριστερά καθώς ανεβαίνουμε από τον δρόμο για την Κορυφή.

Στην κορυφή μικρού λόφου υπήρχε πύργος (πολεμίστρα), που τα ερείπια του διακρίνονται ακόμη. Ευδιάκριτες είναι και οι θέσεις της εκκλησίας και του νεκροταφείου. Ο οικισμός καταστράφηκε κατά πάσα πιθανότητα από επιδρομείς την ίδια περίπου εποχή με την Μόρφη.

Μετά την καταστροφή του οι κάτοικοι ανέβηκαν στη Μπόρσια. Ήρθαν δυο οικογένειες. Του Ζιώτα και του Γιάννη Βασίλη. Απ’την πρώτη προήλθαν οι Ζιωτάδες και οι Δημουλάδες. Απ’την δεύτερη οι Τασιάδες, οι Τσιότσηδες, οι Σαββάδες, οι Διαμαντάδες, οι Νουσιάδες ή Χαλκιάδες, οι Κουτσογιάννηδες, οι Τσιαράδες και οι Αναστάσηδες.

Τσαπουρνιά

 

Ο οικισμός αυτός βρισκόταν λίγο πιο κάτω απ’τη θέση “Αμπέλια”, στο μέρος που και σήμερα λέγεται έτσι. Από πρόχειρες ανασκαφές αποκαλύφθηκαν τάφοι της Χριστιανικής εποχής κιβωτόσχημοι με λαξευμένες πλάκες από ψαμμίτη. Μέσα στους τάφους βρέθηκαν διάφορα αγγεία, πόρπες, βραχιόλια, δαχτυλίδια, όλα από χαλκό καθώς και νομίσματα της εποχής του Δομιτιανού και του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ευρήματα δείχνουν ότι ο οικισμός καταστράφηκε από επιδρομείς πριν αιώνες με συνέπεια να το εγκαταλείψουν οι κάτοικοί του αλλά δεν μπορεί να προσδιοριστεί το πότε εγκαταλείφθηκε.

Κληματιά

 

Ο οικισμός αυτός βρισκόταν Ανατολικά του Πύργου. Δεν γνωρίζουμε κάτι το συγκεκριμένο για την Κληματιά. Από τον τρόπο ταφής των νεκρών και τα ευρήματα προκύπτει ότι ήταν σύγχρονο με την Τσαπουρνιά και μάλλον καταστράφηκε μαζί με αυτή.

Μακρινά

 

Στη σημερινή θέση “Μακρινά” υπήρχε κτηνοτροφικός οικισμός ο οποίος αργότερα πήρε τη μορφή χωριού. Πότε και πως καταστράφηκε δεν το γνωρίζουμε όπως και το τι απέγιναν οι κάτοικοί του.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι πρώτοι οικιστές της Μπόρσιας προέρχονται από τους γύρω οικισμούς, που καταστράφηκαν από επιδρομείς.

Πρώτα ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν οικογένειες από τη Μόρφη και τον Πύργο κι ακολούθησαν από το Παλιοχώρι.

Στις πρώτες οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στην Μπόρσια περιλαμβάνονται και οι οικογένειες Μέλλιου, Αδρία και Ζαραμπούκα. Από τους Ζαραμπουκάδες προήλθαν οι Μελισσακάδες και οι Κλεισάρηδες.

 

Χρειάστηκαν πάνω από εκατό χρόνια για να πάρει το χωριό την τελική του μορφή.

Ακολούθησε έπειτα η εγκατάσταση κι άλλων οικογενειών. Κατά την περίοδο 1800 - 1850 ήρθαν στο χωριό οι Χατσάδες, οι Ζωιάδες και οι Τριανταφυλλάδες από τον Τσέρο, μετά την καταστροφή του από τους Τουρκαλβανούς το 1836. Οι Παπαγιάννηδες με γενάρχη τον Παπαπούρλα από την Γέρμα (Πλαγιά) του Γράμμου, οι Γκουράδες από τη Σαμαρίνα, οι Τσιογκάδες και οι Λιοντάδες από χωριά της Ηπείρου. Κατά καιρούς και μέχρι σήμερα εγκαταστάθηκαν στο χωριό οικογενειακώς ή σαν “σώγαμπροι” οι Χασιώτης απ΄τα Χάσια, Αγραφιώτης από τα Άγραφα, Μαρανής από τη Φούρκα , Μπούσιος, Καρπουζάς και Τσάτσος από την Χρυσαυγή, Τζέμος από τις Κυδωνιές, Μπακάλης από τις Λικνάδες, Ίωάννης Παπαδόπουλος από το Κυπαρίσσι, Αθανάσιος Τασούλης από το Πολυκάστανο, Μπαζάκας από τον Άγιο Κοσμά και Βαρβάτος από το Μέγαρο.

 

Η Μπόρσια ήταν κεφαλοχώρι.

Επί Αλή Πασά έγινε τσιφλίκι του μπέη Ιμπραήμ Τσάτσου, που ήταν ευνοούμενος του Αλή Πασά. Ο Ιμπραήμ Τσάτσος σπάνια επισκεπτόταν το χωριό. Στο τσιφλίκι στο οποίο υπάγονταν και τα κτήματα Βαντσικού (Κυδωνιές) και Λειψίου, τον αντιπροσώπευε κάποιος Ντίκος. Ο Ντίκος έιχε το κονάκι του εκεί που ήταν το σπίτι του Γρηγόρη Διαμάντη. Ο Ντίκος ήταν διαλλακτικός άνθρωπος και με κατανόηση και όσο καιρό ήταν στο χωριό, είχε καλή σχέση με τους Κορυφιώτες. Αυτός κατασκεύασε τη βρύση “Του Ντίκου το πηγάδι” που υπάρχει μέχρι σήμερα.

 

Μετά το θάνατο του Αλή Πασά οι Κορυφιώτες εξαγόρασαν το χωριό από τον τσιφλούχο Ιμπραήμ Τσάτσο και απέσπασαν φιρμάνι με το οποίο αναγνωριζόταν η Μπόρσια πάλι “Κεφαλοχώρι”. Μετά την εξαγορά του χωριού οι κάτοικοι πέτυχαν, με ανθρώπους, κυρίως καλφάδες, που είχαν στην Πόλη, ν’απαλλαγούν από κάθε είδους φορολογία από τους Τούρκους.

Ως κεφαλοχώρι το χωριό έμεινε μέχρι την απελευθέρωσή του το 1912.

Το όνομα του χωριού

 

Η Κορυφή μέχρι το 1927 ονομαζόταν Μπόρσια.

Δεν είναι βέβαιο αλλά μάλλον το όνομα Μπόρσια σχετίζεται με τον οικονομολογικό όρο “μπορς” ή “μπόρσια”, που το συναντούμε με διαφορετική γραφή και προφορά, αλλά με την ίδια περίπου σημασία (χρηματική διαχείριση, ταμείο, ταμιευτήριο, χρηματιστήριο) και στην Ιταλική και στη Γαλλική και στην Τουρκική γλώσσα.

Από το 1927 το χωριό λέγεται Κορυφή.

Η Επιτροπή Τοπωνυμιών πολύ εύστοχα διάλεξε αυτό το όνομα, μια και το χωριό βρίσκεται στην κορυφή του βουνού και είναι όνομα και πράμα κορυφή.